Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

Ασύνδετο


Πέρασαν κι όλας δύο μήνες από τότε. Θυμάμαι... δε μπορώ να κάνω τίποτε άλλο, μόνο ενθυμήσεις αγγίζω. Φωνάζω μήπως και αναστήσω το παλιό όνειρο μα κούφια η ελπίδα, όπως κούφια και η φωνή. Μοιάζει σα να περνά από σωλήνα με χοντρές τρύπες που τη σκίζουν και φτάνει πίσω στην ανάμνηση, ήχος χωρίς ιδέα. Θα περάσουν χρόνια κι άλλα και κάθε φορά θα αναφέρω το ίδιο 'πέρασε κι όλας...καιρός". Φαίνεται σαν χτες, σαν πριν από λίγο και ποιά η διαφορά; Το παρελθόν δε γίνεται μέλλον, ούτε παρόν, χάνεται μοναδικά πίσω στις ράγες που αργά - αργά σπάνε, στο τρένο που αγωνιά να περάσει απέναντι, να είναι πάντα επίκαιρο. να ανοίξει τις πόρτες και να...

Εγώ φταίω. Δεν εξηγείται αλλιώς η δική μας ιστορία. Πάντα κάποιος φταίει για να βασανίζει σκληρά αυτούς που θα ρθουν κι αυτός λες και καταραμένος από κάποιο Θεό δε μπορεί να πάρει πίσω τίποτα. Όσο κι αν κλαίει ποτέ δε θα νιώσει ξανά ελεύθερος... Σα να ήταν γραφτό του να γίνει έτσι. Μα κι αν αυτός κλαίει δυνατά κι αν οι περαστικοί τον ακούν με προσοχή. τι θα αλλάξει...; Ποιός κατάλαβε το φορτίο που κουβαλά; Θα πουν τα ίδια σαν πάντα: "ήθελε και τα 'παθε"

"καλύτερα να πεθάνει, μη βασανίζεται"

"Αν τον έβλεπα μπροστά μου, δε θα κρατιόμουν"

"Και φαίνονταν τόσο καλό παιδί αχ τι είναι η ζωή"

κανείς τους. δε θα χτυπήσει τη πόρτα -έστω και δειλά- με ένα μαντήλι του δρόμου, να καθαρίσει τα δάκρια... Σαν αυτά τα δάκρια να μην είναι από άνθρωπο για ανθρώπους.

Όχι δεν άλλεξε... Ήταν πάντα έτσι, απλά το 'κρυβε μην τους πληγώσει. Προτιμούσε να πληγώνεται ο ίδιος. Καμιά φορά όταν ο πόνος ήταν δυνατός έσφιγγε τα δόντια του και παρακαλούσε να σταματήσει. Ποιός μπήκε μέσα του τότε;... Κανείς... Ποιός προσπάθησε να κατανοήσει γιατί τα πουλιά κελαηδούν ελεγειακά; Κανείς. Νόμιζαν πως ήταν απλά μια ακόμα συννεφιασμένη μέρα. Ποτέ όμως δε τους είπε λέξη. Πάντα τους κοιτούσε με ένα αθώο χαμόγελο σαν να τους λέει: "Δε πειράζει, ίσως αύριο.." Μα το αύριο δε έμελλε να έρθει σε κανένα κόσμο. Αυτή τη συμφωνία κλείσανε. Να μην έρθει...

Πέρασαν κιόλας δύο μήνες. Άνθρωποι πεθαίνουν αφήνουν διαθήκες πίσω τους, να χουν να τους θυμούνται πως κάτι άλλαξαν , πως κάτι έκαναν κι αυτοί. Για μένα η μόνη διαθήκη του παρελθόντος είναι η σκέψη, η ανάμνηση. "επέστρεφε", λοιπόν
"συχνά και παίρνε με αγαπημένη αίσθησις", καθώς μόνο εσένα έχω για να θυμάμαι ποιός ήμουν...

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

Σώπα μη μιλάς! - Αζιζ Νεσιν


Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή
κόψ' τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή ειναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα,γέλαγα,έπαιζα μου λέγανε:
"σώπα".

Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :"εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!"

Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
"κοίτα μην πείς τίποτα, σσσσ....σώπα!"

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα εικοσί μου χρόνια.

Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
"Τι σε νοιάζει εσένα;", μου λέγανε,
"θα βρείς το μπελά σου, σώπα".

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
"Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις ,σώπα"

Παντρεύτηκα , έκανα παιδιά ,
η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε "Σώπα".

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
"Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα"
Μπορεί να μην είχαμε με δ'αύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γειτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.

Σώπα ο ενας,σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του "Σώπα".
και μαζευτηκαμε πολλοι
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά,φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Ευκολα , μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το "Σώπα".

Μάθε το στη γυναίκα σου,στο παιδί σου,στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν'την να σωπάσει.
Κόψ'την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απο το βραχνά να μιλάς ,
χωρίς να μιλάς να λές "έχετε δίκιο,είμαι σαν κι εσάς"
Αχ! Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς.

και δεν θα μιλάς ,
θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .

Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ'την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμησεις. Κόψε τη γλώσσά σου.

Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψιθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λεει:
ΜΙΛΑ!....



ΥΓ: Σε όλη την ιστορία των ανθρώπων πιστεύω θα είναι το ίδιο επίκαιρο και συγκινητικό... Αυτή είναι η μοίρα των "πολλών"...

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Από το παρελθόν στο μέλλον


Είναι όμηρος εκείνος που έχει αποκηρύξει το παρελθόν του από το ίδιο. Και είναι βέβαιο πως κάποια στιγμή θα έρθει να σταθεί μπροστά σου σαν δήμιος του ρωμαϊκού στρατού, έτοιμος να σου ευνουχίσει το σώμα και τα όργανα ένα - ένα, αρχίζοντας από τη καρδιά. Μα η εντολή δεν θα έχει έρθει από κανέναν Καίσαρ, αλλά θα ναι μια επιλογή που χαοτικά και λανθασμένα θα έχεις επιλέξει στο παρελθόν για το μέλλον. Ναι έκανες λάθος, έκανες ίσως το μεγαλύτερο και τώρα δε μπορείς να πάρεις το λόγο σου πίσω. Θα πεθάνεις κι εσύ με τον ίδιο τρόπο όπως όλοι οι άλλοι πριν από σένα έκαναν τέτοια λάθη. Είναι αυτή η επιλογή (αν και δε πιστεύω σε επιλογές) που σε έφερα σε αυτή τη θέση να τελειώσεις με τον ίδιο τρόπο όπως οι προηγούμενοι. Είναι πάντα αυτή η επιλογή που σε αφήνει να δρας στο χρόνο...Είσαι (είμαι) άξιος της μοίρας σου (μου)...

Ίσως όλα αυτά που αισθάνομαι τα περιγράφει καλύτερα ο καβάφης σε ένα από τα αγαπημένα μου (η ειρωνεία της ζωής) ποιήματα:

Η Πόλις
Είπες· «Θα πάγω σ' άλλη γή, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα,
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ' είν' η καρδιά μου -- σαν νεκρός -- θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμό αυτόν θα μένει.
Οπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα».

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ' ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού -- μη ελπίζεις --
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ' όλην την γή την χάλασες.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1910)

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009

Father and Daughter

Πριν δύο χρόνια, μια εποχή πιο κρύα από τούτη, μέσα από συνειρμούς, σκέψεις, εικόνες και ήχους που ήρθαν στο μυαλό μου, ανακάλυψα το παρακάτω βίντεο. Από τότε μέχρι σήμερα με συγκινεί εξίσου. Η ανάμνηση... πόσο δυνατή μένει στο μυαλό και δε μπορεί να τη αγγίξει ούτε ο χρόνος, ούτε τίποτα. Στέκει εκεί και σου ψιθυρίζει: "θυμάσαι τότε..." Εικόνα απλή και μουσική λιτή και όμως.... πόσο μεγαλειώδες το συναίσθημα που ίσως να μη χώραγε σε καμιά λέξη, σε κανένα ποίημα. Ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, που επαληθεύει πως η λιτότητα δεν αναδεικνύει πάντα κάτι ευτελές, μα έχει σε πολλές περιπτώσεις να δώσει όσα δε αντέχει η πολυπλοκότητα να αγγίξει από κοντά: την απλότητα (και παράλληλα, ωραιότητα) των συναισθημάτων.

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009

Το δικό μου, το δικό σου και η σχέση τους...



Φαίνεται πως δεν άλλαξε σχεδόν τίποτα από τότε. Είμαστε οι συνοδοί του χρόνου σε έναν χορό που δε ξέρουμε πότε άρχισε πώς και αν θα τελειώσει. Κάνουμε όνειρα και λέμε πως δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που ζούμε. Βρίσκονται σε ένα άλλον ουρανό και βέβαιοι, συνεχίζουμε τις φιγούρες μας προς το άγνωστο, σε ένα γνωστό (όπως πολλοί λένε) παρόν. Γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε. Κάποια στιγμή φτάνει η ώρα να πάμε σχολείο να μάθουμε τι υπάρχει και τι δεν υπάρχει που οι γονείς μας, μας το ψιθύριζαν τα βράδια πριν κοιμηθούμε στα παραμύθια. Μεγαλώνουμε κι άλλο, ερωτευόμαστε και πονάμε. Είμαστε τότε τόσο σίγουροι για το παρελθόν που αφήσαμε και που τώρα είμαστε "έφηβα γεράκια", με επιλογές, κατακτήσεις, λύπες. Συνεχίζουμε, ζητάμε αγάπη, κατανόηση, χρήματα για να επιβιώσουμε και (μπορεί) παιδιά να τους δώσουμε πνοή να συνεχίσουν. Όλα αυτά (και πολλά άλλα), ώσπου εκείνη η ώρα που απ' ότι φαίνεται ο χορός τελειώνει και έρχεται η σειρά, δειλά-δειλά κάποιου άλλου συνοδού να έρθει στη θέση μας, φτάνει. Εκεί άλλοι φωνάζουν, άλλοι δακρύζουν, άλλοι ονειρεύονται, άλλοι σταυροκοπιούνται (και πολλά άλλα που τώρα δε θυμάμαι, η δε θα τα μάθω ποτέ). Αφήνουμε πίσω μας διαθήκες. Άλλοι δημόσια έγγραφα, άλλοι μελωδίες, ποιήματα, οικόπεδα, εγγόνια (και πολλά άλλα που τώρα δε θυμάμαι, η δε θα μάθω ποτέ).

Αν ρωτήσετε κάποιον, να σας πει τι κατάλαβε απ αυτό το ντουέτο, μάλλον θα σας κοιτάξει περίεργα και θα συνεχίσει το δρόμο του. Θα νομίσει πως είστε εκτός χρόνου, τόπου, εποχής και άλλων μεταβλητών, θα σας περάσει σαν αυτό που λέμε συνήθως "σαλεμένο". Έχω την αίσθηση πως μάλλον κι εσείς θα έχετε μια όμοια εντύπωση για αυτόν. Είστε και οι δυο σας τόσο σίγουροι για αυτό που βλέπετε , για αυτό που αγγίζεται, για αυτό που φιλάτε που (τουλάχιστον) δε σας νοιάζει και σχεδόν κανείς δεν ψάχνει πιο βαθιά. (Λίγο μάταιο βέβαια καθώς δε ξέρω αν θα βρει τίποτα διαφορετικό στο βάθος.. αν βρει τέρμα στο βάθος)...

Φαίνεται πως δεν άλλαξε σχεδόν τίποτα από τότε. Από χθες, από προχθές, από πέρσι, από πρόπερσι, από μια 10ετία πριν από... από... Πάντα χορεύουμε με τον ίδιο, την ίδια μουσική υφή, το ίδιο ακροατήριο, τους ίδιους θεατές... Ζητάμε να αλλάξουμε, να αλλάξουμε, να δημιουργήσουμε, να αφήσουμε και στο τέλος πάνω στην αυτοαπολογία μας, έχουμε να πούμε τόσα λίγα. Είχαμε ελπίδα και όνειρα. Είχαμε διάθεση, θέλαμε να μετουσιώσουμε κάπου όλα αυτά. Και ... μα πως... αυτοί που θα 'ρθουν μετά από μας θα αναρωτιούνται τα ίδια, λες κι εμείς δεν κάναμε τίποτα! Μα πως κάναμε... Ελπίσαμε, ονειρευτήκαμε, ζήσαμε, είχαμε τη θέληση να κάνουμε πολλά.. Αλλά...τι κάναμε τελικά...;

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2009

Μια ελπίδα η κατανόηση...


Και μόλις του είπα: " Μα καλά δε βλέπετε τη ζωή που κάνουμε... Εμείς εδώ μιλάμε τώρα μα σε λίγο ο καθένας θα ακολουθήσει το δρόμο του. Θα πάτε στην οικογένειά σας, στη δουλειά σας , στο σπίτι σας, στη ζωή σας. Δεν έχετε χρόνο να κάνατε τίποτε πέρα απ' αυτό που σας έμαθαν πως είναι ο στόχος της ζωής μας. Είμαστε σαν δυο πλοία μεσα στον ωκεανό που καπετάνιος είναι ο εγωισμός... Παντού και πάντοτε... και επειδή που και που πλήττουμε απ αυτόν ζητάμε να δεθούμε με τους άλλους να ερωτευτούμε και μόλις συμβεί ο σκοπός της ένωσης , πάλι ο καθένας με τον ίδιο καπετάνιο πλέει στο άγνωστο για να βυθιστεί και εκεί..."

Μου απαντήσει: " Εε καλά , δε θα γίνουμε και απόκοσμοι..."

Αναρωτιέμαι πόσο οι άνθρωποι εισχωρούν στις ψυχές των άλλων... Πόσο τις κατανοούν και αν αναρωτιούνται πόσο έχουν ανάγκη αυτή τη κατανόηση....

ΥΓ: Ίσως λοιπόν ο δόκιμος τίτλος να ήταν "Μια ψευδαίσθηση η ελπίδα"

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

(Δεν έχω λόγια...)

Άφησα να μην ξέρω

Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
δεν έλυσα κανένα.
Oύτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν
πλάι στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι που 'χει δυο λογιών κρασάκι.
Tο κράτησα ώς τώρα
αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ώς τώρα
δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά
μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ
ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.
Mε το αίμα που μου δόθηκε
για να τον εξηγήσω.
Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Aίνιγμα δανείστηκα,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.

Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως
να σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,
πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.
Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Aναμάρτητη:
αξεδίψαστη.
Στο αίνιγμα του θανάτου
πάω ψυχωμένη.

Κική Δημουλά (από "Tο λίγο του κόσμου", Στιγμή 1994)

Σάββατο 29 Αυγούστου 2009

(Life) in the mirror

Όταν κοιτάς τον καθρέπτη πλέκεται μέσα στο μυαλό σου το παρελθόν με το παρόν, το μέλλον με το όνειρο, η αμαρτωλή όψη με το τον εραστή που κάθεται δίπλα σου, οι αναμνήσεις των παιδικών σου χρόνων, όλη σου η ζωή... Και μόλις πάς να αγγίξεις τον καθρέπτη (όχι δε θα σας πω πως γίνεται σαν το matrix) σταματά το χέρι σου εκεί που η μάταιη αντίληψή σου αντιλαμβάνεται πως όλα αυτά ήταν και είναι ένα είδωλο. Δεν είδες τίποτα άλλο από κάτι που μοιάζει σε όλα τούτα που σε έκαναν να συγκινηθείς μπροστά στο καθρέπτη. Κάπως έτσι είναι και η ζωή μας.... Σε καθρέπτες μέσα ριζωμένη...


Κυριακή 9 Αυγούστου 2009

Ένα γράμμα σε ένα φίλο.... (μια διαφορετική φωνή πνιγμένη)


Προς: ....
Θέμα: διαβασε το όλο .......
Ημερομηνία: 11 Ιουλ 1:00 πμ

ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ...

Λοιπόν... καλοκαίρι είναι, ημέρες ξεκούρασης... Και θα σου πω τι έκανα σήμερα το βράδυ. Κατά τις 10 και 30, πήγα στη θάλασσα. Έκανα δυο , τρεις γύρες, άκουσα τους ανθρώπους, άγγιξα τον άνεμο, αγκάλιασα σφιχτά τη σιωπή (όση έχει απομείνει στον κόσμο των ανθρώπων) και ήθελα να νιώσω απλός... Τόσο απλός, όσο τα δέντρα που στέκονταν δίπλα μου, όσο τα βότσαλα που ο ίδιος πατούσα. Κάθισα κάτω.. Στην αρχή παρατήρησα τον κόσμο από πιο χαμηλά. Μου φάνηκε πιο όμορφος. Είχε μια πιο οικεία αίσθηση. Και μετά ξάπλωσα ολόκληρος στα βότσαλα αγναντεύοντας κόσμους μακρινούς, ονειρεμένους θέλησα να ταξιδέψω με κάτι που αγαπώ.. Έβγαλα το κινητό μου, συνδέθηκα και άκουσα... Άκουσα από δύο χείλη μια μελωδία. Ήταν τόσο γνωστή σε μένα, λες και ήταν γραφτή δίκη μου. Κι όμως δεν ήταν. Η φωνή ψιθύριζε... δεν ούρλιαζε, ήθελα να ακούω το κύμα να χαϊδεύει τη παραλία καθώς θα ταξίδευα:

"Daniel is travelling tonight on a plane
I can see the red tail lights heading for Spain
Oh and I can see Daniel waving goodbye
God it looks like Daniel, must be the clouds in my eyes ...

Daniel my brother you are older than me
Do you still feel the pain of the scars that won't heal
Your eyes have died but you see more than I
Daniel you're a star in the face of the sky.."

Ένιωθα πως ζω ένα όνειρο ή πως ονειρεύομαι μια άλλη ζωή... Ακόμα δεν έχω καταλάβει τη διαφορά αυτών των δυο... Και όπως άκουγα αυτά τα λόγια.. Έψαξα μέσα στα άστρα, μέσα στους κλώνους του φωτός να βρω τον daniel και το αεροπλάνο... μα πουθενά... Δεν είδα ούτε χαμόγελα, ούτε τίποτα που να κάνει να αισθανθώ αυτόν ως τον αδελφό μου... Τον είδα αλλιώς.... Αναρωτιόμουν γιατί... μα γιατί όταν εμείς οι άνθρωποι είμαστε γυμνοί και πρέπει να καλυφτούμε από πεπραγμένα δικά μας, από ηρωικές παραστάσεις η από σπουδαία επιτεύγματα, ταξιδεύουμε στο παρελθόν... Εκεί αγαπητέ Νίκο, κατάλαβα πως το όνειρο τελείωνε... Ένιωσα βαθιά τη σάρκα μου να φλέγεται σε μια κόλαση που δεν ήταν κάνεις ούτε ο daniel ούτε κανένας. Ήταν μόνη της. Τι δυστυχία.. Πήγα και εγώ λοιπόν το χρόνο πίσω έψαξα.. και σταμάτησα στο μισό τα δάκρυα από τα μάτια μου... Μόλις τελικώς συνειδητοποίησα (καθώς και το τραγούδι τελείωσε) πως ήμουν ακόμα ξαπλωμένος κάτω απ τους αστερισμούς κοίταξα το ρολόι μου (ένα από τα μοναδικά αντικείμενα στη ζωή μου που μισώ τόσο πολύ). Είδα πως ακόμα δεν έχει φτάσει 11.
Πως λίγα λεπτά με έκαναν?
Πες μου γιατί Νίκο μου.....

Τρίτη 4 Αυγούστου 2009

Της μαργαρίτας πέταλα...

Η αρχή για όλο αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από ένα τραγούδι. Αυτό το τραγούδι... Γνώριζα από παλιά ότι η μουσική αποτελεί ένα μεγάλο κεφάλαιο για μένα, όμως όσο περνά ο καιρός δημιουργείται μια πιο στενή σχέση μαζί της. Αρχίζει να γίνεται τρόπος σκέψης και επιβίωσης. Συνήθως ήθελα να πιστεύω πως ο τελειότερος τρόπος σκέψης είναι τα μαθηματικά. Όχι πως τα αγάπησα ποτέ. Απλά ήταν εμφανής η συμβατική τους ανωτερότητα στο πεδίο της έκφρασης. Όσο όμως μεγαλώνω (εντάξει δε έχω μελώσει και τόσο), αντιλαμβάνομαι πως σκέφτομαι πιο πολύ με έναν μουσικό τρόπο.

Συγνώμη, αν ξέφυγα απ το θέμα... το συνηθίζω.
Οι περισσότεροι που ακούν το τραγούδι αυτό, αναπολούν στο παρελθόν ή θαυμάζουν το παρόν, ή ακόμα το βρίσκουν ως ένα "τραγουδάκι", αδιάφορο παρασκεύασμα της βιομηχανικής παραγωγής. Για μένα δεν είναι τίποτα από όλα αυτά.

Όταν αγγίζω την έννοια της φράσης: " you will always be inside my heart", με πιάνει ένα φτερούγισμα στη καρδιά και ένας πνιγμός στο στήθος, σα να θέλω να βγάλω έναν λυγμό που δε πρέπει.. Και ίσως να μην πρέπει. Προσπαθώ, να μη πιστεύω στα "πρέπει" και τα "μη". Προσπαθώ να τραγουδήσω μαζί με αυτή τη ξανθιά, κοριτσίστικη φωνή και ακούγομαι λυγμικός.

Μα η απουσία είναι μεγάλη και ο πόνος της μοναξιάς φρικτός που σα καταδίκη γραφτή, (που θα λεγε και ο ποιητής), έρχεται μέσα στη σιωπή, εκεί που η στιγμή των δακρύων φτάνει για να μου κάνει συντροφιά, με χαστουκίζει και κραυγάζει πως δεν έχω ευκαιρία άλλη... ως εδώ... Κι εγώ κάθομαι άκλαφτος σ' αυτή τη πλαστική καρέκλα και ακούω: "Now and forever you are still the one" και επιβάλλεται να σωπαίνω... Και αντί να αισθάνομαι όλα αυτά που ένιωσαν και οι άλλοι στην ακοή του τραγουδιού, αισθάνομαι ζήλια...

Ζηλεύω σαν ένα μικρό κορίτσι όταν του παίρνουν τις κούκλες τους. Μα εγώ δεν έχω κούκλες... Τις έσβησε ο χρόνος... Δε μπορούσα να βγάλω άχνα για αυτό, ή απλώς φοβόμουν και τώρα τι; μόνος... μόνος... ζηλεύω την παρουσία μέσα στην απουσία. Και όσο κι αν είναι τόσο αισθαντικό αυτό το τραγούδι κι αν είναι τόσο όμορφος ο έρωτας, όπως περιγράφει ο Αγάθων, τόσο που να κάνει τους βασιλείς ζητιάνους, γιατί εμένα με στεναχωρεί τόσο; Μήπως είχε δίκιο η Διοτίμα...;

Θα θελα κι εγώ τώρα να είχα δύο χείλη υγρά... Και μόνο αυτό, τίποτε άλλο. Και θα θελα απ αυτά ένα φιλί. Όχι οτιδήποτε, αλλά ένα φιλί με νόημα. Μια ψευδαίσθηση αθανασίας. Μόνο αυτό... Ίσως ζητάω πολλά. Μπορεί εγώ να μην είμαι άξιος... Αυτό μπορεί αν είναι το πεπρωμένο μου.

Το μόνο που ξέρω τούτη την ώρα είναι ο στόχος. Το τέλος. Η σιωπή....