Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Ασύνδετο


Πέρασαν κι όλας δύο μήνες από τότε. Θυμάμαι... δε μπορώ να κάνω τίποτε άλλο, μόνο ενθυμήσεις αγγίζω. Φωνάζω μήπως και αναστήσω το παλιό όνειρο μα κούφια η ελπίδα, όπως κούφια και η φωνή. Μοιάζει σα να περνά από σωλήνα με χοντρές τρύπες που τη σκίζουν και φτάνει πίσω στην ανάμνηση, ήχος χωρίς ιδέα. Θα περάσουν χρόνια κι άλλα και κάθε φορά θα αναφέρω το ίδιο 'πέρασε κι όλας...καιρός". Φαίνεται σαν χτες, σαν πριν από λίγο και ποιά η διαφορά; Το παρελθόν δε γίνεται μέλλον, ούτε παρόν, χάνεται μοναδικά πίσω στις ράγες που αργά - αργά σπάνε, στο τρένο που αγωνιά να περάσει απέναντι, να είναι πάντα επίκαιρο. να ανοίξει τις πόρτες και να...

Εγώ φταίω. Δεν εξηγείται αλλιώς η δική μας ιστορία. Πάντα κάποιος φταίει για να βασανίζει σκληρά αυτούς που θα ρθουν κι αυτός λες και καταραμένος από κάποιο Θεό δε μπορεί να πάρει πίσω τίποτα. Όσο κι αν κλαίει ποτέ δε θα νιώσει ξανά ελεύθερος... Σα να ήταν γραφτό του να γίνει έτσι. Μα κι αν αυτός κλαίει δυνατά κι αν οι περαστικοί τον ακούν με προσοχή. τι θα αλλάξει...; Ποιός κατάλαβε το φορτίο που κουβαλά; Θα πουν τα ίδια σαν πάντα: "ήθελε και τα 'παθε"

"καλύτερα να πεθάνει, μη βασανίζεται"

"Αν τον έβλεπα μπροστά μου, δε θα κρατιόμουν"

"Και φαίνονταν τόσο καλό παιδί αχ τι είναι η ζωή"

κανείς τους. δε θα χτυπήσει τη πόρτα -έστω και δειλά- με ένα μαντήλι του δρόμου, να καθαρίσει τα δάκρια... Σαν αυτά τα δάκρια να μην είναι από άνθρωπο για ανθρώπους.

Όχι δεν άλλεξε... Ήταν πάντα έτσι, απλά το 'κρυβε μην τους πληγώσει. Προτιμούσε να πληγώνεται ο ίδιος. Καμιά φορά όταν ο πόνος ήταν δυνατός έσφιγγε τα δόντια του και παρακαλούσε να σταματήσει. Ποιός μπήκε μέσα του τότε;... Κανείς... Ποιός προσπάθησε να κατανοήσει γιατί τα πουλιά κελαηδούν ελεγειακά; Κανείς. Νόμιζαν πως ήταν απλά μια ακόμα συννεφιασμένη μέρα. Ποτέ όμως δε τους είπε λέξη. Πάντα τους κοιτούσε με ένα αθώο χαμόγελο σαν να τους λέει: "Δε πειράζει, ίσως αύριο.." Μα το αύριο δε έμελλε να έρθει σε κανένα κόσμο. Αυτή τη συμφωνία κλείσανε. Να μην έρθει...

Πέρασαν κιόλας δύο μήνες. Άνθρωποι πεθαίνουν αφήνουν διαθήκες πίσω τους, να χουν να τους θυμούνται πως κάτι άλλαξαν , πως κάτι έκαναν κι αυτοί. Για μένα η μόνη διαθήκη του παρελθόντος είναι η σκέψη, η ανάμνηση. "επέστρεφε", λοιπόν
"συχνά και παίρνε με αγαπημένη αίσθησις", καθώς μόνο εσένα έχω για να θυμάμαι ποιός ήμουν...

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Σώπα μη μιλάς! - Αζιζ Νεσιν


Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή
κόψ' τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή ειναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα,γέλαγα,έπαιζα μου λέγανε:
"σώπα".

Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :"εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!"

Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
"κοίτα μην πείς τίποτα, σσσσ....σώπα!"

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα εικοσί μου χρόνια.

Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
"Τι σε νοιάζει εσένα;", μου λέγανε,
"θα βρείς το μπελά σου, σώπα".

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
"Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις ,σώπα"

Παντρεύτηκα , έκανα παιδιά ,
η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε "Σώπα".

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
"Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα"
Μπορεί να μην είχαμε με δ'αύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γειτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.

Σώπα ο ενας,σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του "Σώπα".
και μαζευτηκαμε πολλοι
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά,φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Ευκολα , μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το "Σώπα".

Μάθε το στη γυναίκα σου,στο παιδί σου,στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν'την να σωπάσει.
Κόψ'την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απο το βραχνά να μιλάς ,
χωρίς να μιλάς να λές "έχετε δίκιο,είμαι σαν κι εσάς"
Αχ! Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς.

και δεν θα μιλάς ,
θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .

Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ'την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμησεις. Κόψε τη γλώσσά σου.

Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψιθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λεει:
ΜΙΛΑ!....



ΥΓ: Σε όλη την ιστορία των ανθρώπων πιστεύω θα είναι το ίδιο επίκαιρο και συγκινητικό... Αυτή είναι η μοίρα των "πολλών"...

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Από το παρελθόν στο μέλλον


Είναι όμηρος εκείνος που έχει αποκηρύξει το παρελθόν του από το ίδιο. Και είναι βέβαιο πως κάποια στιγμή θα έρθει να σταθεί μπροστά σου σαν δήμιος του ρωμαϊκού στρατού, έτοιμος να σου ευνουχίσει το σώμα και τα όργανα ένα - ένα, αρχίζοντας από τη καρδιά. Μα η εντολή δεν θα έχει έρθει από κανέναν Καίσαρ, αλλά θα ναι μια επιλογή που χαοτικά και λανθασμένα θα έχεις επιλέξει στο παρελθόν για το μέλλον. Ναι έκανες λάθος, έκανες ίσως το μεγαλύτερο και τώρα δε μπορείς να πάρεις το λόγο σου πίσω. Θα πεθάνεις κι εσύ με τον ίδιο τρόπο όπως όλοι οι άλλοι πριν από σένα έκαναν τέτοια λάθη. Είναι αυτή η επιλογή (αν και δε πιστεύω σε επιλογές) που σε έφερα σε αυτή τη θέση να τελειώσεις με τον ίδιο τρόπο όπως οι προηγούμενοι. Είναι πάντα αυτή η επιλογή που σε αφήνει να δρας στο χρόνο...Είσαι (είμαι) άξιος της μοίρας σου (μου)...

Ίσως όλα αυτά που αισθάνομαι τα περιγράφει καλύτερα ο καβάφης σε ένα από τα αγαπημένα μου (η ειρωνεία της ζωής) ποιήματα:

Η Πόλις
Είπες· «Θα πάγω σ' άλλη γή, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα,
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ' είν' η καρδιά μου -- σαν νεκρός -- θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμό αυτόν θα μένει.
Οπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα».

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ' ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού -- μη ελπίζεις --
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ' όλην την γή την χάλασες.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1910)

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Father and Daughter

Πριν δύο χρόνια, μια εποχή πιο κρύα από τούτη, μέσα από συνειρμούς, σκέψεις, εικόνες και ήχους που ήρθαν στο μυαλό μου, ανακάλυψα το παρακάτω βίντεο. Από τότε μέχρι σήμερα με συγκινεί εξίσου. Η ανάμνηση... πόσο δυνατή μένει στο μυαλό και δε μπορεί να τη αγγίξει ούτε ο χρόνος, ούτε τίποτα. Στέκει εκεί και σου ψιθυρίζει: "θυμάσαι τότε..." Εικόνα απλή και μουσική λιτή και όμως.... πόσο μεγαλειώδες το συναίσθημα που ίσως να μη χώραγε σε καμιά λέξη, σε κανένα ποίημα. Ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, που επαληθεύει πως η λιτότητα δεν αναδεικνύει πάντα κάτι ευτελές, μα έχει σε πολλές περιπτώσεις να δώσει όσα δε αντέχει η πολυπλοκότητα να αγγίξει από κοντά: την απλότητα (και παράλληλα, ωραιότητα) των συναισθημάτων.

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Το δικό μου, το δικό σου και η σχέση τους...



Φαίνεται πως δεν άλλαξε σχεδόν τίποτα από τότε. Είμαστε οι συνοδοί του χρόνου σε έναν χορό που δε ξέρουμε πότε άρχισε πώς και αν θα τελειώσει. Κάνουμε όνειρα και λέμε πως δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που ζούμε. Βρίσκονται σε ένα άλλον ουρανό και βέβαιοι, συνεχίζουμε τις φιγούρες μας προς το άγνωστο, σε ένα γνωστό (όπως πολλοί λένε) παρόν. Γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε. Κάποια στιγμή φτάνει η ώρα να πάμε σχολείο να μάθουμε τι υπάρχει και τι δεν υπάρχει που οι γονείς μας, μας το ψιθύριζαν τα βράδια πριν κοιμηθούμε στα παραμύθια. Μεγαλώνουμε κι άλλο, ερωτευόμαστε και πονάμε. Είμαστε τότε τόσο σίγουροι για το παρελθόν που αφήσαμε και που τώρα είμαστε "έφηβα γεράκια", με επιλογές, κατακτήσεις, λύπες. Συνεχίζουμε, ζητάμε αγάπη, κατανόηση, χρήματα για να επιβιώσουμε και (μπορεί) παιδιά να τους δώσουμε πνοή να συνεχίσουν. Όλα αυτά (και πολλά άλλα), ώσπου εκείνη η ώρα που απ' ότι φαίνεται ο χορός τελειώνει και έρχεται η σειρά, δειλά-δειλά κάποιου άλλου συνοδού να έρθει στη θέση μας, φτάνει. Εκεί άλλοι φωνάζουν, άλλοι δακρύζουν, άλλοι ονειρεύονται, άλλοι σταυροκοπιούνται (και πολλά άλλα που τώρα δε θυμάμαι, η δε θα τα μάθω ποτέ). Αφήνουμε πίσω μας διαθήκες. Άλλοι δημόσια έγγραφα, άλλοι μελωδίες, ποιήματα, οικόπεδα, εγγόνια (και πολλά άλλα που τώρα δε θυμάμαι, η δε θα μάθω ποτέ).

Αν ρωτήσετε κάποιον, να σας πει τι κατάλαβε απ αυτό το ντουέτο, μάλλον θα σας κοιτάξει περίεργα και θα συνεχίσει το δρόμο του. Θα νομίσει πως είστε εκτός χρόνου, τόπου, εποχής και άλλων μεταβλητών, θα σας περάσει σαν αυτό που λέμε συνήθως "σαλεμένο". Έχω την αίσθηση πως μάλλον κι εσείς θα έχετε μια όμοια εντύπωση για αυτόν. Είστε και οι δυο σας τόσο σίγουροι για αυτό που βλέπετε , για αυτό που αγγίζεται, για αυτό που φιλάτε που (τουλάχιστον) δε σας νοιάζει και σχεδόν κανείς δεν ψάχνει πιο βαθιά. (Λίγο μάταιο βέβαια καθώς δε ξέρω αν θα βρει τίποτα διαφορετικό στο βάθος.. αν βρει τέρμα στο βάθος)...

Φαίνεται πως δεν άλλαξε σχεδόν τίποτα από τότε. Από χθες, από προχθές, από πέρσι, από πρόπερσι, από μια 10ετία πριν από... από... Πάντα χορεύουμε με τον ίδιο, την ίδια μουσική υφή, το ίδιο ακροατήριο, τους ίδιους θεατές... Ζητάμε να αλλάξουμε, να αλλάξουμε, να δημιουργήσουμε, να αφήσουμε και στο τέλος πάνω στην αυτοαπολογία μας, έχουμε να πούμε τόσα λίγα. Είχαμε ελπίδα και όνειρα. Είχαμε διάθεση, θέλαμε να μετουσιώσουμε κάπου όλα αυτά. Και ... μα πως... αυτοί που θα 'ρθουν μετά από μας θα αναρωτιούνται τα ίδια, λες κι εμείς δεν κάναμε τίποτα! Μα πως κάναμε... Ελπίσαμε, ονειρευτήκαμε, ζήσαμε, είχαμε τη θέληση να κάνουμε πολλά.. Αλλά...τι κάναμε τελικά...;